Όταν η ζωή που ονειρεύτηκες γίνεται μνήμη επώδυνη,
όταν η καρδιά σου ματώνει σε κάθε της χτύπο,
όταν έχεις υπερβεί τα όρια σου με κάθε δυνατό τρόπο,
τότε η μοίρα φέρνει στα χέρια σου ένα βιβλίο σαν αυτό...
Αν πεθάνω ξαφνικά και συναντήσω τον κριτή του άλλου κόσμου κι όταν αυτός με ρωτήσει ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που άφησες πίσω σου, θα του πω: «Να... Έγραψα ένα βιβλίο που μιλά για σένα!»
Η πρώτη κρίση, η πιο φοβερή απ’ όλες είναι αυτή που κάνει ο αληθινός εαυτός στην επίπλαστη φύση της γήινης προσωπικότητάς σου. Αυτός είναι ο αληθινός κριτής του άλλου κόσμου, η περιβόητη Ατομικότητά σου.
Όταν μια ψυχή αναδύεται απ’ τη μήτρα της επιθυμίας,ο Φύλακας Άγγελός της φτερουγίζει δίπλα της με ένα χρυσό κλειδί,το κλειδί της προσωπικής της ευτυχίας.
Κι αμέσως μετά, έρχεται το ποτάμι του χρόνου,να την ταξιδέψει στη λήθη και στην προσμονή της ζωής. Έτσι, η ψυχή πάντα αναζητάει το χρυσό κλειδί: στα πρόσωπα, στα πράγματα, στα γεγονότα...
Έχει ξεχάσει ότι ο Φύλακας Άγγελός της, λίγο πριν ανέβει στο ποτάμι του χρόνου, άφησε το χρυσό κλειδί πάνω στην πρώτη της ανάσα.
Αυτό το χρυσό κλειδί είναι ένα σύμβολο και μια ανάμνηση.
Όσο αναπνέεις στο ρυθμό της καρδιάς σου, θα ανακαλύπτεις ότι στη ζωή δεν υπάρχουν προβλήματα, παρά μόνο προκλήσεις, δεν υπάρχουν λάθη, παρά μόνο άλλοι τρόποι να βιώσεις τον Εαυτό σου.
Καλοτάξιδος, θησαυρέ μου....
Άνθρωπε, δεν γεννήθηκες σε τούτη τη γη για να πουλήσεις τα όνειρά σου, φωτιά και νερό σε γέννησαν και η φωτιά σου δεν είναι για να θερμαίνει το σίδερο και το νερό σου δεν είναι για να λιμνάζει στους βάλτους. Γεννήθηκες για να γίνεις Ήλιος, να θερμάνεις την πλάση ολάκερη, γεννήθηκες για να γίνεις Ωκεανός, να ταξιδεύεις τις ψυχές στο λιμάνι τους. Άνθρωπε, τούτος μόνον είναι ο προορισμός σου.
Σε καλώ σε μια νέα στάση ζωής για τη φύση της πραγματικότητας και την τέχνη των ονείρων. Τα όνειρά σου είναι αληθινά ‒ και όχι απλώς μικρά συννεφάκια στον ουρανό των σκέψεών σου. Αν μάθεις να απαντάς στα «Γιατί» της ζωής σου, ίσως μπορέσεις να αντικρίσεις και τα «Πώς».
Πρωινά λεωφορεία, πριν χαράξει η λογική,
στοιβαγμένη αγωνία, κούραση, κενή σιωπή
κι η καρδιά σου πάντα τρέχει σε κατάφυτα χωριά,
να στολίσει όλο το γκρίζο, με μια πράσινη χαρά.
Πρωινά λεωφορεία στον ιδρώτα της ζωής
κι ένα δάχτυλο στο βλέμμα να σου λέει τι θα δεις
στέλνεις το παρόν στο μέλλον, τη ζωή σου στο μετά,
μια ψευδαίσθηση γυρεύεις και τη ζεις αληθινά.
Πρωινά λεωφορεία σαν λαμπάκια γιορτινά,
δεν σου τάζουνε χαρούλες, δίνουν μόνο ξενιτειά.
Μες την πόλη που σε διώχνει, που σε στέλνει μακριά,
έμεινε η καρδιά στο σπίτι, το κορμί στο πουθενά.
Πρωινά λεωφορεία, δράκοι της αναμονής
είναι νύχτα και φοβάσαι, μα στο στόμα τους θα μπεις…
Παλιά γραφή, παλιές θύμησες.....